ερωμένη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ερωμένη ερωμένες
γενική ερωμένης ερωμένων
αιτιατική ερωμένη ερωμένες
κλητική ερωμένη ερωμένες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ερωμένη < αρχαία ελληνική ἐρωμένη, μετοχή ενεστώτα θηλυκού γένους του ρήματος ἐράομαι, -ῶμαι: αυτή που την αγαπούν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ερωμένη θηλυκό

  1. η γυναίκα με την οποία κάποιος διατηρεί μόνιμη ερωτική σχέση εκτός γάμου (και ενώ, ίσως, ο ένας τουλάχιστον από τους δύο είναι έγγαμος)
  2. (μεταφορικά) η αγαπημένη ενασχόληση κάποιου

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]