εσπέρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εσπέρα | εσπέρες |
| γενική | εσπέρας | |
| αιτιατική | εσπέρα | εσπέρες |
| κλητική | εσπέρα | εσπέρες |
[
]
Ετυμολογία
- εσπέρα είναι το θηλ. του έσπερος (με δασεία), δηλ. του πλανήτη Αφροδίτη (Αποσπερίτης), ο οποίος εμφανίζεται στον ουρανό αμέσως μόλις σκοτεινιάσει. Στα λατινικά είναι vesper (το v αντιστοιχεί στην δασεία), εξ ου και Vespers στα αγγλικά ο Εσπερινός. Εσπερία (= εκεί όπου δύει ο ήλιος) ονομάζεται η δυτική Ευρώπη (πηγή: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, σ. 680).
[
]
Ουσιαστικό
εσπέρα θηλυκό
- το χρονικό διάστημα από την στιγμή που αρχίζει να δύει ο ήλιος μέχρι να επικρατήσει βαθύ σκοτάδι
[
]
Συνώνυμα
[
]
- καλησπέρα (καλήν εσπέραν)
- εσπερινός
- Αποσπερίτης