[
]
- καταγράφω < αρχαία ελληνική καταγράφω
καταγράφω
- → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
Συγγενικές λέξεις [
]
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
καταγράψει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
καταγράφοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
καταγράφω |
καταγράφεις |
καταγράφει |
καταγράφο(υ)με |
καταγράφετε |
καταγράφουν(ε) |
| παρατατικός |
κατέγραφα |
κατέγραφες |
κατέγραφε |
καταγράφαμε |
καταγράφατε |
κατέγραφαν |
| αόριστος |
κατέγραψα |
κατέγραψες |
κατέγραψε |
καταγράψαμε |
καταγράψατε |
κατέγραψαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα καταγράφω |
θα καταγράφεις |
θα καταγράφει |
θα καταγράφο(υ)με |
θα καταγράφετε |
θα καταγράφουν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα καταγράψω |
θα καταγράψεις |
θα καταγράψει |
θα καταγράψο(υ)με |
θα καταγράψετε |
θα καταγράψουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω καταγράψει |
έχεις καταγράψει |
έχει καταγράψει |
έχο(υ)με καταγράψει |
έχετε καταγράψει |
έχουν(ε) καταγράψει |
| παρακείμενος β' |
έχω καταγραμμένο |
έχεις καταγραμμένο |
έχει καταγραμμένο |
έχο(υ)με καταγραμμένο |
έχετε καταγραμμένο |
έχουν(ε) καταγραμμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα καταγράψει |
είχες καταγράψει |
είχε καταγράψει |
είχαμε καταγράψει |
είχατε καταγράψει |
είχαν(ε) καταγράψει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα καταγραμμένο |
είχες καταγραμμένο |
είχε καταγραμμένο |
είχαμε καταγραμμένο |
είχατε καταγραμμένο |
είχαν(ε) καταγραμμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω καταγράψει |
θα έχεις καταγράψει |
θα έχει καταγράψει |
θα έχο(υ)με καταγράψει |
θα έχετε καταγράψει |
θα έχουν(ε) καταγράψει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω καταγραμμένο |
θα έχεις καταγραμμένο |
θα έχει καταγραμμένο |
θα έχο(υ)με καταγραμμένο |
θα έχετε καταγραμμένο |
θα έχουν(ε) καταγραμμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να καταγράφω |
να καταγράφεις |
να καταγράφει |
να καταγράφο(υ)με |
να καταγράφετε |
να καταγράφουν(ε) |
| αόριστος |
να καταγράψω |
να καταγράψεις |
να καταγράψει |
να καταγράψο(υ)με |
να καταγράψετε |
να καταγράψουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω καταγράψει |
να έχεις καταγράψει |
να έχει καταγράψει |
να έχο(υ)με καταγράψει |
να έχετε καταγράψει |
να έχουν(ε) καταγράψει |
| παρακείμενος β' |
να έχω καταγραμμένο |
να έχεις καταγραμμένο |
να έχει καταγραμμένο |
να έχο(υ)με καταγραμμένο |
να έχετε καταγραμμένο |
να έχουν(ε) καταγραμμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
κατάγραφε |
|
|
καταγράφετε |
|
| αόριστος |
|
κατάγραψε |
|
|
καταγράψτε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε καταγραμμένο |
|
|
έχετε καταγραμμένο |
|
|
[
]
καταγράφω < → Η ετυμολογία λείπει.
καταγράφω
- προξενώ έντονες αμυχές σε κάποιο αντικείμενο
- αναγράφω
- καταγράφω