record
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ετυμολογία
- record < γαλλική recorder
Ουσιαστικό
record (en)
Ρήμα
record (en)
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- record < αγγλική to record
Ουσιαστικό
record (fr)