καφετιέρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καφετιέρα | καφετιέρες |
| γενική | καφετιέρας | |
| αιτιατική | καφετιέρα | καφετιέρες |
| κλητική | καφετιέρα | καφετιέρες |
[
]
Ετυμολογία
- καφετιέρα < ιταλική caffettiera
[
]
Ουσιαστικό
καφετιέρα θηλυκό
- οικιακή συσκευή που φτιάχνει καφέ (ρόφημα)
[
]
Μεταφράσεις
καφετιέρα