κειμήλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κειμήλιο κειμήλια
γενική κειμηλίου κειμηλίων
αιτιατική κειμήλιο κειμήλια
κλητική κειμήλιο κειμήλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κειμήλιο < αρχαία ελληνική κειμήλιον < κεῖμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κειμήλιο ουδέτερο

  1. αντικείμενο που έχει για κάποιον μεγάλη συναισθηματική αξία ώστε να το διατηρεί ως αναμνηστικό
  2. (θρησκεία) λείψανο αγίου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]