κινέζικα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κινέζικα < κινέζικος, στον πληθυντικό του ουδέτερου
[
]
Ουσιαστικό
κινέζικα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό και κινεζικά
- η κινεζική γλώσσα, γλώσσα που μιλιέται στην Κίνα
- (μεταφορικά) τα ακαταλαβίστικα, τα αλαμπουρνέζικα
- εμένα αυτά μου φαίνονται κινέζικα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
κινέζικα
|
→ δείτε τη λέξη: κινεζικά |