κοτσύφι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κοτσύφι | κοτσύφια |
| γενική | κοτσυφιού | κοτσυφιών |
| αιτιατική | κοτσύφι | κοτσύφια |
| κλητική | κοτσύφι | κοτσύφια |
[
]
Ετυμολογία
- κοτσύφι < {{υποκοριστικό από το κότσυφ(ας) μετάπλαση,παραγωγή ουδετέρου -ι}}
[
]
Ουσιαστικό
κοτσύφι ουδέτερο
- {{κότσυφας}}