κουβεντούλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κουβεντούλα < υποκοριστικό του κουβέντα
[
]
Ουσιαστικό
κουβεντούλα θηλυκό
- (οικείο) συζήτηση για καθημερινά πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία
- ο δάσκαλος μάλωσε δυο μαθητές που είχαν πιάσει ψιλή κουβεντούλα και ενοχλούσαν το μάθημα
- (οικείο) η λέξη που λέει ένα μωρό
- άρχισε κιόλας το μωρό να λέει κουβεντούλες!