κουβεντούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουβεντούλα < υποκοριστικό του κουβέντα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κουβεντούλα θηλυκό

  1. (οικείο) συζήτηση για καθημερινά πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία
    ο δάσκαλος μάλωσε δυο μαθητές που είχαν πιάσει ψιλή κουβεντούλα και ενοχλούσαν το μάθημα
  2. (οικείο) η λέξη που λέει ένα μωρό
    άρχισε κιόλας το μωρό να λέει κουβεντούλες!

32πχ Μεταφράσεις[]