κουρείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουρείο κουρεία
γενική κουρείου κουρείων
αιτιατική κουρείο κουρεία
κλητική κουρείο κουρεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρείο < αρχαία ελληνική κουρεῖον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρείο ουδέτερο

  1. το κατάστημα του κουρέα, εκεί που πάει ένας άντρας για να κόψει τα μαλλιά του ή να ξυριστεί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]