κουρείο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κουρείο | κουρεία |
| γενική | κουρείου | κουρείων |
| αιτιατική | κουρείο | κουρεία |
| κλητική | κουρείο | κουρεία |
Ετυμολογία [
]
- κουρείο < αρχαία ελληνική κουρεῖον
Ουσιαστικό [
]
κουρείο ουδέτερο
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
κουρείο