κυοφορώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κυοφορώ < κυο- (< αρχαία ελληνική κυῶ) + -φορώ (< φέρω)
Προφορά
- ΔΦΑ : /ci.ɔ.fɔ.ˈɾɔ/
Ρήμα
κυοφορώ, παθητικό: κυοφορούμαι
Πίνακας περιεχομένων |
κυοφορώ, παθητικό: κυοφορούμαι