λοβοτομή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λοβοτομή λοβοτομές
γενική λοβοτομής λοβοτομών
αιτιατική λοβοτομή λοβοτομές
κλητική λοβοτομή λοβοτομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λοβοτομή < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική lobotomy < λοβός + τομή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λοβοτομή θηλυκό

  • ιατρική μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα σε πολλές χώρες, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, σύμφωνα με την οποία οι μπροστινοί λοβοί αποκόπτονται με χειρουργική επέμβαση από το υπόλοιπο τμήμα του εγκεφάλου, προκειμένου να αντιμετωπιστούν διανοητικές διαταραχές και ψυχικές παθήσεις. Σήμερα η πρακτική αυτή επικρίνεται σφοδρά διότι οι ασθενείς χάνουν το μεγαλύτερο μέρος της συναισθηματικής τους ζωής.

32πχ Μεταφράσεις[]