προδοσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προδοσία προδοσίες
γενική προδοσίας προδοσιών
αιτιατική προδοσία προδοσίες
κλητική προδοσία προδοσίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προδοσία < αρχαία ελληνική προδοσία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

προδοσία θηλυκό

  1. ενέργεια που στρέφεται εναντίον της πατρίδας, ιδίως η αποκάλυψη στρατιωτικών μυστικών σε εχθρική δύναμη ή η με οποιοδήποτε τρόπο προσχώρηση στον αντίπαλο· η εσχάτη προδοσία
  2. ενέργεια με την οποία κάποιος παραβιάζει ισχυρή ηθική δέσμευση απέναντι σε άλλους ανθρώπους, φίλους, συνεργάτες, ομοϊδεάτες κλπ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]