προσόν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | προσόν | προσόντα |
| γενική | προσόντος | προσόντων |
| αιτιατική | προσόν | προσόντα |
| κλητική | προσόν | προσόντα |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
προσόν ουδέτερο
- κάθε ιδιότητα ή ικανότητα που αποκτά κάποιος είτε με τη μόρφωσή του είτε από τη φύση
- (πληθυντικός) όλα τα εφόδια που είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση ενός έργου ή την πρόσληψη κάποιου
Μεταφράσεις [
]
προσόν
|