σακαράκα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σακαράκα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
σακαράκα θηλυκό
- πολύ παλιό αυτοκίνητο με πολλά μηχανικά προβλήματα