σαρωτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαρωτής σαρωτές
γενική σαρωτή σαρωτών
αιτιατική σαρωτή σαρωτές
κλητική σαρωτή σαρωτές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σαρωτής < σαρώνω, απόδοση του αγγλικού scanner

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σαρωτής αρσενικό

  1. (πληροφορική) συσκευή που σαρώνει μια επιφάνεια με κείμενο ή εικόνες και δημιουργεί ένα ψηφιακό αρχείο με τα περιεχόμενά της το οποίο μπορεί να αποθηκευτεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες