σαρωτής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σαρωτής | σαρωτές |
| γενική | σαρωτή | σαρωτών |
| αιτιατική | σαρωτή | σαρωτές |
| κλητική | σαρωτή | σαρωτές |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
σαρωτής αρσενικό
- (πληροφορική) συσκευή που σαρώνει μια επιφάνεια με κείμενο ή εικόνες και δημιουργεί ένα ψηφιακό αρχείο με τα περιεχόμενά της το οποίο μπορεί να αποθηκευτεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή