σερβιέτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σερβιέτα | σερβιέτες |
| γενική | σερβιέτας | σερβιετών |
| αιτιατική | σερβιέτα | σερβιέτες |
| κλητική | σερβιέτα | σερβιέτες |
[
]
Ετυμολογία
- σερβιέτα < γαλλική serviette
[
]
Ουσιαστικό
σερβιέτα θηλυκό
- Κομμάτι ύφασμα (συνήθως επεξεργασμένο βαμβάκι) που απορροφά το αίμα κατά την διάρκεια της περιόδου μιας γυναίκας
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
σερβιέτα