σιχασιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σιχασιά | σιχασιές |
| γενική | σιχασιάς | σιχασιών |
| αιτιατική | σιχασιά | σιχασιές |
| κλητική | σιχασιά | σιχασιές |
[
]
Ετυμολογία
- σιχασιά < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
σιχασιά θηλυκό
- το αίσθημα της αποστροφής που νιώθει αυτός που σιχαίνεται κάτι
[
]
Μεταφράσεις
σιχασιά