τσίμπλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσίμπλα τσίμπλες
γενική τσίμπλας (τσιμπλών)
αιτιατική τσίμπλα τσίμπλες
κλητική τσίμπλα τσίμπλες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τσίμπλα < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

τσίμπλα θηλυκό

  1. λιπώδης έκκριση στην άκρη του ματιού, η οποία μπορεί να έχει στερεοποιηθεί με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να μην μπορεί κάποιος να ανοίξει το μάτι, αν δεν την αφαιρέσει

[] Εκφράσεις

[] Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες