τσίμπλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσίμπλα τσίμπλες
γενική τσίμπλας (τσιμπλών)
αιτιατική τσίμπλα τσίμπλες
κλητική τσίμπλα τσίμπλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσίμπλα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσίμπλα θηλυκό

  1. λιπώδης έκκριση στην άκρη του ματιού, η οποία μπορεί να έχει στερεοποιηθεί με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να μην μπορεί κάποιος να ανοίξει το μάτι, αν δεν την αφαιρέσει

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]