υπόστεγο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπόστεγο υπόστεγα
γενική υπόστεγου υπόστεγων
αιτιατική υπόστεγο υπόστεγα
κλητική υπόστεγο υπόστεγα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπόστεγο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπόστεγο ουδέτερο

  1. χώρος που έχει κάποια μορφή σκεπής και είναι ανοικτός τουλάχιστον από δύο πλευρές
    χώθηκα κάτω από ένα υπόστεγο μέχρι να σταματήσει η μπόρα

32πχ Μεταφράσεις[]