φουρκέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φουρκέτα φουρκέτες
γενική φουρκέτας φουρκετών
αιτιατική φουρκέτα φουρκέτες
κλητική φουρκέτα φουρκέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φουρκέτα < πιθανόν από την φούρκα και την φοῦρκα που είχαν διχάλες ή ίσως από την ενετικήforcheta (τώρα στα ιταλικά η λέξη σημαίνει πηρούνι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φουρκέτα θηλυκό

  1. ελαστικό και λεπτό μέταλλο τσιμπιδάκι μήκους 5-6 εκατοστών σε σχήμα V που σταθεροποιεί τη γυναικεία κόμμωση
  2. (μεταφορικά) πολύ κλειστή στροφή

32πχ Μεταφράσεις[]