φρασεολογία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φρασεολογία | φρασεολογίες |
| γενική | φρασεολογίας | φρασεολογιών |
| αιτιατική | φρασεολογία | φρασεολογίες |
| κλητική | φρασεολογία | φρασεολογίες |
Ετυμολογία [
]
- φρασεολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική phraséologie < φράσις + λόγος
Ουσιαστικό [
]
φρασεολογία θηλυκό
- οι λέξεις και φράσεις που επέλεξε να χρησιμοποιήσει ο ομιλητής ή συγγραφέας σε ένα δείγμα λόγου, γραπτού ή προφορικού, και προσδιορίζουν το ύφος του
- αυτή η φρασεολογία δεν ταιριάζει σε επιστημονικό κείμενο
Μεταφράσεις [
]
φρασεολογία