ωοθήκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωοθήκη ωοθήκες
γενική ωοθήκης ωοθηκών
αιτιατική ωοθήκη ωοθήκες
κλητική ωοθήκη ωοθήκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ωοθήκη < ὠοθήκη στην καθαρεύουσα < ᾠόν + θήκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ωοθήκη θηλυκό

  • το καθένα από τα δύο γεννητικά όργανα της γυναίκας (ή των άλλων θηλυκών θηλαστικών) στο οποίο γίνεται η ωογένεση

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]