ωχρότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωχρότητα ωχρότητες
γενική ωχρότητας ωχροτήτων
αιτιατική ωχρότητα ωχρότητες
κλητική ωχρότητα ωχρότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ωχρότητα < ελληνιστική κοινή ὠχρότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ωχρότητα θηλυκό (πιο κομψό στον ενικό)

  1. η ιδιότητα του ωχρού
  2. η χλομάδα

32πχ Μεταφράσεις[]