canon
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
ενικός
πληθυντικός
canon
canons
canon
(fr)
αρσενικό
το
κανόνι
η
κάννη
ενός
πιστολιού
(
θρησκεία
)
κανόνας
της
Εκκλησίας
Συγγενικές λέξεις
[
]
canonnade
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
Ουσιαστικά (γαλλικά)
Θρησκεία (γαλλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Česky
Deutsch
English
Esperanto
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Galego
Magyar
Ido
Italiano
ಕನ್ನಡ
한국어
ລາວ
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Polski
Русский
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Türkçe
Татарча/tatarça
Tiếng Việt
Walon
中文