κάννη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάννη κάννες
γενική κάννης καννών
αιτιατική κάννη κάννες
κλητική κάννη κάννες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάννη < σημασιολογικό δάνειο από ιταλική canna < ελληνιστική κοινή κάννη / κάννα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάννη θηλυκό

  1. το κυλινδρικό τμήμα ενός πυροβόλου όπλου από το οποίο εξέρχεται το βλήμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάννη κάννα κάνναι
Γενική κάννης κάνναιν καννῶν
Δοτική κάνν κάνναιν κάνναις
Αιτιατική κάννην κάννα κάννας
Κλητική κάννη κάννα κάνναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάννη < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάννη θηλυκό ελληνιστική κοινή (& κάννα)

  1. καλάμι
  2. (συνεκδοχικά) οτιδήποτε κατασκευάζεται από καλάμι: αυλός, καλαμωτή περίφραξη