εκκλησία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εκκλησία | εκκλησίες |
| γενική | εκκλησίας | εκκλησιών |
| αιτιατική | εκκλησία | εκκλησίες |
| κλητική | εκκλησία | εκκλησίες |
[
]
Ετυμολογία
- εκκλησία < αρχαία ελληνική ἐκκλησία, συνέλευση
[
]
Ουσιαστικό
εκκλησία θηλυκό
- (αρχαία ιστορία) συνέλευση
- το σύνολο των Χριστιανών μιας περιοχής
- η επιστολή του Παύλου προς την Εκκλησία της Κορίνθου
- το σύνολο των Χριστιανών που ακολουθούν ένα δόγμα
- η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία
- η εκκλησιαστική ιεραρχία
- αντιδράσεις της Εκκλησίας για το νέο νομοσχέδιο
- ο ναός