φωνάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φωνάζω < αρχαία ελληνική φωνέω-ῶ

Open book 01.svg Ρήμα []

φωνάζω

  1. μιλώ με δυνατή φωνή για να ακουστώ καλά
  2. (σε κάποιον) επιπλήττω
    μη μου φωνάζεις εμένα, δεν είμαι κανένα μικρό παιδί
  3. καλώ κάποιον, τον αποκαλώ
    Τρομεραί θυγατέρες, // Εσάς φωνάζω, εσάς, // Τας Εριννύας (Α. Κάλβος, Εις Χίον, ΙΒ)
    Σε φωνάζουν Περσεφόνη ή Φόνη;
    Πρέπει να φωνάξουμε υδραυλικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Open book 01.svg Έκφραση []

  • (το πράγμα) φωνάζει από μόνο του: είναι ολοφάνερο, "μιλάει" ξεκάθαρα χωρίς λέξεις, είναι πασιφανές


32πχ Μεταφράσεις []

32πχ Μεταφράσεις []

32πχ Μεταφράσεις []