φωνάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φωνάζω < αρχαία ελληνική φωνέω-ῶ
Ρήμα [
]
φωνάζω
- μιλώ με δυνατή φωνή για να ακουστώ καλά
- (σε κάποιον) επιπλήττω
- μη μου φωνάζεις εμένα, δεν είμαι κανένα μικρό παιδί
- καλώ κάποιον, τον αποκαλώ
- Τρομεραί θυγατέρες, // Εσάς φωνάζω, εσάς, // Τας Εριννύας (Α. Κάλβος, Εις Χίον, ΙΒ)
- Σε φωνάζουν Περσεφόνη ή Φόνη;
- Πρέπει να φωνάξουμε υδραυλικό
[
]
Έκφραση [
]
- (το πράγμα) φωνάζει από μόνο του: είναι ολοφάνερο, "μιλάει" ξεκάθαρα χωρίς λέξεις, είναι πασιφανές
Μεταφράσεις [
]
Μεταφράσεις [
]
φανερώνεται