πιστόλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πιστόλι | πιστόλια |
| γενική | πιστολιού | πιστολιών |
| αιτιατική | πιστόλι | πιστόλια |
| κλητική | πιστόλι | πιστόλια |
[
]
Ετυμολογία
- πιστόλι < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πιστόλι ουδέτερο