cartridge
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
cartridge (en)
- το φυσίγγιο πυροβόλου όπλου
- οποιαδήποτε μικρή θήκη για σκόνη ή υγρό ή αέριο που είναι έτοιμη να εισαχθεί σε ένα μηχανισμό ή σε μια συσκευή, πχ η θήκη που περιέχει το μελάνι ενός εκτυπωτή
- η κυλινδρική συνήθως θήκη που περιέχει το φιλμ μιας κλασικής φωτογραφικής μηχανής μαζί με έναν μηχανισμό που επιτρέπει το τύλιγμα και ξετύλιγμά του