αυλάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυλάκι αυλάκια
γενική αυλακιού αυλακιών
αιτιατική αυλάκι αυλάκια
κλητική αυλάκι αυλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυλάκι < μεσαιωνική ελληνική αυλάκι(ν) < ελληνιστική κοινή αὐλάκιον, υποκοριστικό του αὖλαξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αυλάκι ουδέτερο

  1. τεχνητό ή φυσικό βαθούλωμα στο έδαφος, που εκτείνεται σε μήκος και μέσα στο οποίο ρέει νερό (ή άλλο υγρό)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χαντάκι, κανάλι, οχετός, (ρυάκι)
  2. το αντίστοιχο τεχνητό όρυγμα, που χρησιμοποιείται για τη σπορά ή το φύτεμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αυλακιά
  3. φυσική ή τεχνητή χάραξη σε μια επιφάνεια (ξύλινη, πέτρινη κ.λπ.)
  4. το ίχνος που αφήνουν στο έδαφος οι τροχοί ενός τροχοφόρου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αυλακιά, αυλάκωση, αυλάκωμα
  5. η υδάτινη γραμμή πίσω από ένα πλεούμενο που κινείται
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απονέρι, απόνερο
  6. (σπάνιο) ορμίσκος
  7. (προφορικό) ο ισθμός της Κορίνθου

Εκφράσεις[]

  • βάζω/μπήκε το νερό στ' αυλάκι
  • κάτω απ' τ' αυλάκι
  • κύλησε πολύ νερό στ' αυλάκι

32πχ Μεταφράσεις[]