χάραξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χάραξη < (καθαρεύουσα) χάραξις < ελληνιστική κοινή χάραξις με πικίλες έννοιες < {[αρχ}} χάραξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χάραξη θηλυκό

  1. το χάραγμα σαν ενέργεια, η ενέργεια του χαράζω, η εντομή, το τράβηγμα μιας γραμμής με τη βοήθεια το χάρακα σε χαρτί ή το χάραγμα σε μια οποιαδήποτε επιφάνεια
  2. (μεταφορικά) ο σχεδιασμός μιας ενέργειας, μιας πολιτικής, ο ορισμός της βασικής κατεύθυνσής της

32πχ Μεταφράσεις[]