βραχίονας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- βραχίονας < αρχαία ελληνική βραχίων
[
]
Ουσιαστικό
βραχίονας αρσενικό
- το ανώτερο τμήμα του χεριού, από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα
- μηχανικό χέρι, τμήμα μηχανήματος
- οτιδήποτε μοιάζει με χέρι
- ο βραχίονας του λιμανιού
- το ένα από τα δύο στελέχη που συγκρατούν τα γυαλιά οράσεως στο αφτί