bras

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Βρετονικά (br)


Ετυμολογία

κορνικό, ουαλλικό και παλαιοϊρλανδικό bras, από το κελτικό *brassos που έχει την ίδια καταγωγή με το λατινικό grossus (που έδωσε το γαλλικό gros), χωρίς άλλη γνωστή αντίστοιχη λέξη (και χωρίς άλλη σχέση, φυσικά, με την προέλευση της γερμανικής λέξης gross που έχει την ίδια καταγωγή με την αγγλική great)

Προφορά

ΔΦΑ : /ˈbrɑːs/

Επίθετο

bras  (br)

  1. μεγάλος

Συγγενικές λέξεις

Αναφορές


Γαλλικά (fr)

Ετυμολογία

bras < λατινική brachium, (ίδια έννοια) < αρχαία ελληνική βραχίων, (ίδια έννοια)

Προφορά

ΔΦΑ : /bʁa/

Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
bras bras

bras  (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. (ανατομία) μέρος του άνω μέλους των ανθρώπων (και, γενικότερα, των διπόδων), ανάμεσα στον ώμο και τον αγκώνα
    L’humérus est l’os du bras.
  2. (ανατομία) Πρότυπο:μετων άνω μέλος των ανθρώπων και άλλων διπόδων
    Cet homme a les bras étrangement longs.
    Elle portait un enfant dans ses bras.
    Un enfant qui tend les bras à sa nourrice.
    Saisir quelqu’un par le bras.
  3. Πρότυπο:αναλ αντικείμενο που μοιάζει με μπράτσο ή στηρίζει το μπράτσο
    Il y a de petites chaises à bras pour les enfants.
    Les bras d’un brancard servent à le soulever et à le porter.
    Les bras d'une balance sont posés en équilibre sur le point d’appui et à leurs extrémités pendent les bassins de la balance.
  4. Πρότυπο:μετων λέγεται για ανθρώπους που χρειάζονται για να κάνουν μια χειρωνακτική εργασία
    Nous avons besoin de bras.
    Souvent après les longues guerres, les bras manquent pour cultiver la terre.
    Des bras inutiles.
  5. η εξουσία, η ισχύς
    Le bras de Dieu.
    Le bras séculier s'oppose à la puissance ecclésiastique.
  6. (γεωγραφία) πλάγια υποδιαίρεση ενός ποταμού που οφείλεται στην ύπαρξη μιας νησίδας
    Les deux bras de la Seine.
  7. σε μια σειρά οπωροφόρων δέντρων ή κλήματος, κλαδί που απομακρύνεται από τη σειρά των άλλων δέντρων
  8. (ναυτικός όρος) σχοινί μπρος στον άνεμο που αφήνει κάποια απόσταση ενός πανιού από το κατάρτι

Συγγενικές λέξεις

Συγγενικές λέξεις

Εκφράσεις

Υπερώνυμα

Πρότυπο:-μερων-

για το μέλος (2) :

Πρότυπο:-ολων-

  • bras (ολόκληρο το μέλος, πρώτη έννοια) (2)

Αναφορές

Πρότυπο:Import:DAF8


Σκωτικά γαελικά (gd)


Επίθετο

bras (gd)

  1. άμεσος, γρήγορος

Συνώνυμα

Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/bras"