αγκώνας

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αγκώνας αγκώνες
Γενική αγκώνα αγκώνων
Αιτιατική αγκώνα αγκώνες
Κλητική αγκώνα αγκώνες

Ετυμολογία

αγκώνας < αρχαία ελληνική ἀγκών

Προφορά

ΔΦΑ : /aŋ.'gɔ.nas/

Ουσιαστικό

ένας αγκώνας

αγκώνας αρσενικό

  1. (ανατομία) η εξωτερική γωνία της άρθρωσης μεταξύ βραχίονα και πήχη
  2. το τμήμα του ρούχου που καλύπτει τον αγκώνα


Μεταφράσεις