γυαλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυαλιά < γυαλί στον πληθυντικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γυαλιά
γενική γυαλιών
αιτιατική γυαλιά
κλητική γυαλιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως.

γυαλιά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • ζευγάρι φακών (από γυαλί ή άλλο υλικό), αναρτημένων σε ειδικό σκελετό (κοκάλινο, μεταλλικό κ.λπ.), που φοριέται μπροστά από τα μάτια για τη διόρθωση ελαττωματικής όρασης ή για την προστασία από τον ήλιο.

Πρότυπο:παραδείγματα[επεξεργασία]

  1. φοράω γυαλιά
  2. γυαλιά ηλίου
  3. γυαλιά οράσεως
  4. γυαλιά μυωπίας
  5. γυαλιά υπερμετρωπίας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βάζω τα γυαλιά (σε κάποιον) : υποδεικνύω σε κάποιον τον σωστό τρόπο να γίνει κάτι και έτσι δείχνω την αξία μου, φαίνομαι καλύτερός του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]