γυαλιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- γυαλιά < γυαλί στον πληθυντικό
Ουσιαστικό [
]
γυαλιά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό
- ζευγάρι φακών (από γυαλί ή άλλο υλικό), αναρτημένων σε ειδικό σκελετό (κοκάλινο, μεταλλικό κ.λπ.), που φοριέται μπροστά από τα μάτια για τη διόρθωση ελαττωματικής όρασης ή για την προστασία από τον ήλιο
- φοράω γυαλιά
- γυαλιά ηλίου
- γυαλιά οράσεως
- γυαλιά μυωπίας
Εκφράσεις [
]
- βάζω τα γυαλιά (σε κάποιον) : υποδεικνύω σε κάποιον τον σωστό τρόπο να γίνει κάτι και έτσι δείχνω την αξία μου, φαίνομαι καλύτερός του