chemisette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

chemisette < υποκοριστικό του chemise

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
chemisette chemisettes

chemisette  (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) ένδυμα που φοριόταν πάνω από το πουκάμισο
  2. (παρωχημένο) είδος κορσέ
  3. κοντομάνικο πουκάμισο