πουκάμισο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πουκάμισο πουκάμισα
γενική πουκάμισου πουκάμισων
αιτιατική πουκάμισο πουκάμισα
κλητική πουκάμισο πουκάμισα
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πουκάμισο πουκάμισα
γενική πουκαμίσου πουκαμίσων
αιτιατική πουκάμισο πουκάμισα
κλητική πουκάμισο πουκάμισα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πουκάμισο < μεσαιωνική ελληνική πουκάμισον < υποκάμισον < ὑπό + *καμίσα/καμίσιον < μεσαιωνική λατινική camisia

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pu.ˈka.mi.sɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ένα πουκάμισο

πουκάμισο ουδέτερο και υποκάμισο

  1. ρούχο που φοριέται στο πάνω μέρος του σώματος και κουμπώνει από πάνω ως κάτω στο μπροστινό μέρος
    λινό / μάλλινο / μαύρο / ριγέ / κοντομάνικο πουκάμισο
    για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη (Σεφέρης, Ελένη)
  2. το στεγνό δέρμα του φιδιού
    το καλοκαίρι στο αμπέλι βρίσκαμε φιδίσια πουκάμισα, ξεραμένα πια από τον ήλιο

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]