φίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ψίδι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φίδι φίδια
γενική φιδιού φιδιών
αιτιατική φίδι φίδια
κλητική φίδι φίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φίδι < μεσαιωνική ελληνική φίδιν < μεταγενέστερη ελληνική ὀφίδιον < ὀφιίδιον < υποκοριστικό του ὄφις + (κατάληξη υποκοριστικού) -ίδιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈfi.ði/
ένα φίδι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φίδι ουδέτερο

  1. (ερπετολογία) στενόμακρο ερπετό χωρίς πόδια, ωοτόκο, σπανιότερα ωοζωοτόκο
  2. (μεταφορικά) ο ύπουλος άνθρωπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • τον ζώσανε τα φίδια : κατάλαβε τον κίνδυνο που τον πλησίαζε και άρχισε να ανησυχεί
  • φίδι κολοβό : πονηρός ή κακός άνθρωπος

32πχ Μεταφράσεις[]