κορσές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορσές κορσέδες
γενική κορσέ κορσέδων
αιτιατική κορσέ κορσέδες
κλητική κορσέ κορσέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κορσές < γαλλική corset

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κορσές αρσενικό

  1. ειδικό ελαστικό εσώρουχο που σφίγγει τη μέση ή την περιφέρεια

Εκφράσεις[]

  • μου έγινε στενός κορσές:

32πχ Μεταφράσεις[]