κορσές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κορσές | κορσέδες |
| γενική | κορσέ | κορσέδων |
| αιτιατική | κορσέ | κορσέδες |
| κλητική | κορσέ | κορσέδες |
Ετυμολογία [
]
- κορσές < γαλλική corset
Ουσιαστικό [
]
κορσές αρσενικό
- ειδικό ελαστικό εσώρουχο που σφίγγει τη μέση ή την περιφέρεια
Εκφράσεις [
]
- μου έγινε στενός κορσές: