desert
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- desert < αρχαία γαλλική désert
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
desert (en)
[
]
Ετυμολογία
- desert < γαλλική déserter
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /dɪˈzɜ:(ɹ)t/
- ρήμα (ΗΠΑ)
[
]
Ρήμα
desert (en)
- εγκαταλείπω, παρατάω
- their guide deserted them in the middle of the desert
- λιποτακτώ
[
]
Καταλανικά (ca)
[
]
Ουσιαστικό
desert (ca)