εγκαταλείπω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- εγκαταλείπω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
εγκαταλείπω, παρατ.: εγκατέλειπα, στιγμ. μέλλ.: θα εγκαταλείψω, αόρ.: εγκατέλειψα , παθ.φωνή: εγκαταλείπομαι , μτχ.π.π.: εγκαταλελειμμένος
- αφήνω κάτι/κάποιον σε ένα σημείο, ώστε να μη χρειάζεται να φροντίζω πια γι' αυτό
- εγκατέλειψε το βρέφος που μόλις είχε γεννήσει στα σκαλιά ενός πλουσιόσπιτου
- έχει εγκαταλείψει το παλιό του αυτοκίνητο σε μια αλάνα
- παύω να ασχολούμαι συστηματικά με κάτι/κάποιον, ακόμη κι αν δεν έχω απομακρυνθεί από αυτό
- έχει εγκαταλείψει τα παιδιά της, απλώς τους μαγειρεύει, αλλά στην ουσία δεν ενδιαφέρεται γι' αυτά
- πρέπει να ασχοληθώ λίγο με τα μαθήματά μου· τελευταία τα έχω εγκαταλείψει εντελώς
- απομακρύνομαι από κάποιον χωρίς να του προσφέρω τη βοήθεια που όφειλα ή περίμενε από μένα
- εγκατέλειψε το θύμα του αβοήθητο
- απομακρύνομαι από κάποιον και παύω να διατηρώ σχέση μαζί του
- εγκατέλειψε τη γυναίκα του και ζει με την ερωμένη του
- παραιτούμαι από προσπάθεια, αγώνα κ.λπ.
- μην εγκαταλείπεις την προσπάθεια