enfoiré

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό enfoiré enfoirés
θηλυκό enfoirée enfoirées

enfoiré (fr)

  1. (οικείο) χαζός, βλάκας, ηλίθιος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: abruti, idiot
  2. (υβριστικά) πούστης (μπορεί να χρησιμοποιηθεί με πολλές (υβριστικές) έννοιες)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: enculé, lopette, pédé, tantouse