πούστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πούστης πούστηδες
γενική πούστη πούστηδων
αιτιατική πούστη πούστηδες
κλητική πούστη πούστηδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πούστης < τουρκική puşt < περσική پشت (puşt)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈpu.stis/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πούστης αρσενικό

  1. (υβριστικά) ο ομοφυλόφιλος
  2. (υβριστικά) που δρα με ύπουλο τρόπο
  3. (αργκό, σε ένδειξη θαυμασμού) για κάποιον που κατάφερε κάτι αξιοθαύμαστο
    πως τα κατάφερε πάλι ο πούστης και με τουμπάρισε!
  4. (αργκό, ως φιλική προσφώνηση), ως συνώνυμο του μαλάκας
    έλα ρε πούστη μου να πάμε σινεμά που σε παρακαλάω μια ώρα

[] Εκφράσεις

  • του πούστη: δηλώνει ευκολία ή ότι κάτι είναι προφανές

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες