πούστης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πούστης | πούστηδες |
| γενική | πούστη | πούστηδων |
| αιτιατική | πούστη | πούστηδες |
| κλητική | πούστη | πούστηδες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
πούστης αρσενικό
- (υβριστικά) ο ομοφυλόφιλος
- (υβριστικά) που δρα με ύπουλο τρόπο
- (αργκό, σε ένδειξη θαυμασμού) για κάποιον που κατάφερε κάτι αξιοθαύμαστο
- πως τα κατάφερε πάλι ο πούστης και με τουμπάρισε!
- (αργκό, ως φιλική προσφώνηση), ως συνώνυμο του μαλάκας
- έλα ρε πούστη μου να πάμε σινεμά που σε παρακαλάω μια ώρα
[
] Εκφράσεις
- του πούστη: δηλώνει ευκολία ή ότι κάτι είναι προφανές