ομοφυλόφιλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ομοφυλόφιλος ομοφυλόφιλη ομοφυλόφιλο
γενική ομοφυλόφιλου ομοφυλόφιλης ομοφυλόφιλου
αιτιατική ομοφυλόφιλο ομοφυλόφιλη ομοφυλόφιλο
κλητική ομοφυλόφιλε ομοφυλόφιλη ομοφυλόφιλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ομοφυλόφιλοι ομοφυλόφιλες ομοφυλόφιλα
γενική ομοφυλόφιλων ομοφυλόφιλων ομοφυλόφιλων
αιτιατική ομοφυλόφιλους ομοφυλόφιλες ομοφυλόφιλα
κλητική ομοφυλόφιλοι ομοφυλόφιλες ομοφυλόφιλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ομοφυλόφιλος < ομοφυλοφιλία < ομόφυλος + -φιλία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.fi.ˈlɔ.fi.lɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

ομοφυλόφιλος -η -ο

  1. που αισθάνεται σεξουαλική έλξη προς άτομα του ίδιου φύλου
    ένας ομοφυλόφιλος άνδρας
  2. που αναφέρεται στη σεξουλική έλξη προς άτομα του ίδιου φύλου
    η ομοφυλόφιλη επιθυμία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ομοφυλόφιλος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]