fossile
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- fossile < λατινική fossilis
Προφορά
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| fossile | fossiles |
fossile (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- απολιθωμένος
- (μεταφορικά) (οικείο) απαρχαιωμένος, οπισθοδρομικός, ντεμοντέ, ξεπερασμένος
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| fossile | fossiles |
fossile (fr) αρσενικό
- το απολίθωμα
- άνθρωπος με ξεπερασμένες ιδέες