grow
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
[
]
grow
(en)
(
αόρ.
:
grew
,
παθ. μτχ.
:
grown
)
μεγαλώνω
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ρήματα (αγγλικά)
Αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Česky
Cymraeg
Dansk
Deutsch
English
Español
Eesti
Euskara
فارسی
Suomi
Français
Galego
Hrvatski
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
Lojban
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Limburgs
ລາວ
Lietuvių
Latviešu
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Occitan
Polski
Português
Română
Русский
Simple English
Gagana Samoa
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Українська
Tiếng Việt
中文