hyperbole
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
hyperbole (en)
- η υπερβολή
- (γραμματική) το σχήμα λόγου της υπερβολής
- (μαθηματικά) η υπερβολή
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά[
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| hyperbole | hyperboles |
hyperbole (fr) θηλυκό
- η υπερβολή
- (μαθηματικά) η υπερβολή