point
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
point (en)
- σημείο (τοπικά ή χρονικά)
- (μαθηματικά) το σημείο
- αιχμή, μυτερή άκρη
- επιχείρημα
- πόντος που κερδίζεται σε παιχνίδι
- (μαθηματικά) η υποδιαστολή, το κόμμα ή η τελεία
- (τυπογραφία) μονάδα μέτρησης, ίση με το 1/72 της ίντσας
[
]
Ρήμα
point (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| point | points |
point (fr) αρσενικό
- (μαθηματικά) το σημείο
- (στη στίξη) η τελεία
- Point final : (έτσι λέγεται η τελεία στο τέλος ενός κειμένου).
- Point final ! : τέρμα και τελείωσε (λέγεται όταν σταματάμε κάτι χρονοβόρο).
- Point final : (έτσι λέγεται η τελεία στο τέλος ενός κειμένου).
[
]
Δείτε επίσης
[
] Εκφράσεις
- à point
- point chaud
- point de côté
- point d'eau
- point de mire
- point de repère
- point mort
- point noir
- points cardinaux
- sur le point de