πόντος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Πόντος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόντος πόντοι
γενική πόντου πόντων
αιτιατική πόντο πόντους
κλητική πόντε πόντοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. πόντος < αρχαία ελληνική πόντος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pent-
  2. πόντος < βενετική ponto

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

πόντος αρσενικό

  1. θάλασσα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

σχετικές με την έννοια θάλασσα

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

σχετικά με την έννοια θάλασσα

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

πόντος αρσενικό

  1. εκατοστό του μέτρου
  2. βαθμός που αυξάνει το σκορ σε άθλημα, χαρτοπαίγνιο κλπ
  3. (στο πλέξιμο) μια θηλιά