πόντος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πόντος | πόντοι |
| γενική | πόντου | πόντων |
| αιτιατική | πόντο | πόντους |
| κλητική | πόντε | πόντοι |
Ετυμολογία [
]
- πόντος < αρχαία ελληνική πόντος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pent-
- πόντος < βενετική ponto
Ουσιαστικό 1 [
]
πόντος αρσενικό
[
]
σχετικές με την έννοια θάλασσα
Σύνθετα [
]
σχετικά με την έννοια θάλασσα
Μεταφράσεις [
]
θάλασσα
|
→ δείτε τη λέξη: θάλασσα |
Ουσιαστικό 2 [
]
πόντος αρσενικό